μεταλλευτῆς

μεταλλευτῆς
μεταλλευτός
to be got by mining
fem gen sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • μεταλλευτής — one who searches for metals masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλευτής — ο (Α μεταλλευτής) [μεταλλεύω] αυτός που αναζητεί και εξορύσσει μετάλλευμα, μεταλλωρύχος αρχ. μεταλλουργικός …   Dictionary of Greek

  • μεταλλευταῖς — μεταλλευτής one who searches for metals masc dat pl μεταλλευτός to be got by mining fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλευταί — μεταλλευτής one who searches for metals masc nom/voc pl μεταλλευτός to be got by mining fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλευτῶν — μεταλλευτής one who searches for metals masc gen pl μεταλλευτός to be got by mining fem gen pl μεταλλευτός to be got by mining masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλευτά — μεταλλευτά̱ , μεταλλευτής one who searches for metals masc nom/voc/acc dual μεταλλευτής one who searches for metals masc voc sg μεταλλευτής one who searches for metals masc nom sg (epic) μεταλλευτός to be got by mining neut nom/voc/acc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλευτάς — μεταλλευτά̱ς , μεταλλευτής one who searches for metals masc acc pl μεταλλευτά̱ς , μεταλλευτής one who searches for metals masc nom sg (epic doric aeolic) μεταλλευτά̱ς , μεταλλευτός to be got by mining fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • GORGUS — I. GORGUS Graece Γοργὸς unus ex tribus amnibus, qui in Tigrim influunt, Ptol. memoratis, de quo vide Salmas. ad Solin. p. 698. II. GORGUS fil Theronis, Agrigentinorum tyranni, quomodo Patrem, in invadenda tyrannide adiuverit, vide Polyaen. l. 6.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μαντεμτζής — ο ιδιοκτήτης μεταλλείου, μεταλλουργός, μεταλλευτής. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαντέμι + κατάλ. τζής (πρβλ. καφε τζής, τζαμ τζής)] …   Dictionary of Greek

  • μεταλλευτήρ — μεταλλευτήρ, ῆρος, ὁ (Α) μεταλλευτής, μεταλλωρύχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεταλλεύω + επίθημα τήρ (πρβλ. μεταλλακ τήρ)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”